Θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος
Ο Δαβίδ Ricardo, το 1817, διατύπωσε τον καθαρισμό του έννοιας Smith με να θέσει ως αίτημα την αρχή του συγκριτικού πλεονεκτήματος (σε αντιδιαστολή με την έννοια Smith του απόλυτου πλεονεκτήματος). Η θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος δηλώνει ότι ακόμα κι αν μια χώρα είναι σε θέση να παραγάγει όλο το αγαθό της με χαμηλότερο κόστος από μια άλλη χώρα μπορεί, να κάνει εμπόριο ακόμα ωφελεί και τις δύο χώρες, που εδρεύουν στις συγκριτικές δαπάνες. Οι γραφές του κατέδειξαν αυτό που έχει γίνει γνωστό όπως:
"... η αρχή του συγκριτικού πλεονεκτήματος:
ένα έθνος, όπως ένα πρόσωπο, κερδίζει από το εμπόριο με
την εξαγωγή των αγαθών ή των υπηρεσιών στα οποία έχει το
μέγιστο συγκριτικό πλεονέκτημά του στην παραγωγικότητα και την
εισαγωγή εκείνων στους οποίους έχει το λιγότερο συγκριτικό
πλεονέκτημα."
Η βασική λέξη είναι συγκριτική, σημασία σχετική και όχι απαραιτήτως απόλυτη. Υπάρχουν κέρδη από το εμπόριο όποτε οι σχετικές αναλογίες τιμών δύο αγαθών διαφέρουν κάτω από τη διεθνή ανταλλαγή για αυτό που θα ήταν υπό τους όρους κανενός εμπορίου. Επιπλέον, η θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος καταδεικνύει ότι οι χώρες ωφελούνται από κοινού από το εμπόριο (στις περιπτώσεις και των δύο αγαθών).
Με τη θεωρία του απόλυτου πλεονεκτήματος, η θεωρία του Ricardo του συγκριτικού πλεονεκτήματος δεν απαντά γιατί το κόστος παραγωγής διαφέρει μέσα σε κάθε χώρα και επίσης καμία προσοχή δεν δίνεται στη δυνατότητα τα ίδια αγαθά με τους διαφορετικούς συνδυασμούς παραγόντων.
<Previous page Next page